N. 3528/2007 ΦΕΚ 26 τ. Α΄ Υπαλληλικός Κώδικας
Page 1
N. 3528/2007 ΦΕΚ 26 τ. Α΄
Υπαλληλικός Κώδικας
Ο ΠΡΟΕ∆ΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται ο Κώδικας Κατάστασης ∆ημοσίων Πολιτικών ∆ιοικητικών
Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.∆.∆., όπως καταρτίσθηκε από την Επιτροπή
του άρθρου 14 παρ. 1 του ν.3242/2004, του οποίου το κείμενο έχει ως εξής:
«ΚΩ∆ΙΚΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ∆ΗΜΟΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ∆ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ Υ-
ΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Ν.Π.∆.∆. ΓΕΝΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αρχές του Υπαλληλικού Κώδικα
Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορ-
φων κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των
πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, σύμφωνα ιδίως με τις αρχές της ισότητας,
της αξιοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και την ανάγκη διασφάλισης
της μέγιστης δυνατής απόδοσης κατά την εργασία τους.
Άρθρο 2
Έκταση εφαρμογής
1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικη-
τικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από
ειδικές διατάξεις, καθώς και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοί-
κησης, υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται
από τις ειδικές γι` αυτούς διατάξεις.
Άρθρο 3
Αμφισβήτηση ιδιότητας υπαλλήλου
1. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς την ιδιότητα του πολιτικού διοι-
κητικού υπαλλήλου, κατά τον παρόντα Κώδικα, ακόμα και αν αναφύεται ως
προδικαστικό ζήτημα σε αστική ή ποινική δίκη, επιλύεται με απόφαση τριμε-
λούς Επιτροπής του αρμόδιου για την επίλυση των υπαλληλικών διαφορών
Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
1

Page 2
2. Η Επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου συγκροτείται από τον
πρόεδρο του προαναφερόμενου Τμήματος και αποτελείται από τον ίδιο ή τον
αναπληρωτή του και δύο συμβούλους του ίδιου Τμήματος, από τους οποίους ο
ένας ορίζεται ως εισηγητής.
3. Η Επιτροπή επιλαμβάνεται ύστερα από ερώτημα του δικαστηρίου ή
της δημόσιας αρχής, ενώπιον των οποίων έχει ανακύψει το σχετικό ζήτημα ή
ύστερα από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου.
4. Η αίτηση του ενδιαφερομένου κοινοποιείται με μέριμνα του ίδιου
προς την υπηρεσία του και τις τυχόν άλλες εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές. Τα
ερωτήματα που υποβάλλονται εκ μέρους δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής κοινο-
ποιούνται, με μέριμνα τους, στον ενδιαφερόμενο και στις αρχές του προηγού-
μενου εδαφίου. Ο ενδιαφερόμενος και οι δημόσιες αρχές μπορούν να υποβά-
λουν στην Επιτροπή υπόμνημα εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σε
αυτούς του σχετικού ερωτήματος ή αίτησης.
5. Η απόφαση της Επιτροπής εκδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από τις
κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, κοινοποιήσεις.
ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ∆ΙΟΡΙΣΜΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ∆ΙΟΡΙΣΜΟΥ
Άρθρο 4
Ιθαγένεια
1. Ως υπάλληλοι διορίζονται μόνο Έλληνες και Ελληνίδες πολίτες.
2. Οι πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται
να διορίζονται σε θέσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 4 του
άρθρου 39 Συνθ. Ε.Κ., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα γι` αυτούς σε ειδικό νόμο.
3. Ο διορισμός αλλοδαπών πολιτών των κρατών, που δεν είναι μέλη της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπεται μόνο στις προβλεπόμενες από ειδικούς νό-
μους περιπτώσεις.
4. Όσοι αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση δεν μπο-
ρούν να διορισθούν ως υπάλληλοι πριν από τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από
την απόκτηση της.
Άρθρο 5
Μη εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων
∆εν διορίζονται υπάλληλοι:
α) όσοι δεν έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή δεν
έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές,
β) όσοι έχουν αναγνωρισθεί ως αντιρρησίες συνείδησης και δεν έχουν
εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας,
άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.
Άρθρο 6
2

Page 3
Ηλικία διορισμού
1. Το κατώτατο όριο ηλικίας διορισμού, κατά κατηγορία, ορίζεται ως
ακολούθως: Για τις κατηγορίες Π Ε, ΤΕ και ∆Ε το 21ο έτος της ηλικίας. Για την
κατηγορία ΥΕ το 20ό έτος της ηλικίας.
2. Ανώτατα όρια ηλικίας διορισμού μπορεί να καθορίζονται με την οι-
κεία προκήρυξη μετά από γνώμη του οικείου φορέα και απόφαση του Υπουρ-
γού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον απαιτούνται
από τη φύση και τις ιδιαιτερότητες των καθηκόντων των προς πλήρωση θέσε-
ων. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στους μετακλητούς και επί θητεία
υπαλλήλους του ∆ημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
3. Παρεκκλίσεις από το κατώτατο όριο ηλικίας της παρ.1 του παρόντος
άρθρου μπορεί να καθορίζεται μόνο για εξαιρετικούς υπηρεσιακούς λόγους με
προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερι-
κών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδι-
ου Υπουργού, ύστερα από γνώμη της Α.∆.Ε.∆.Υ.
4. Για τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων από τις παραγράφους 1 και 2
κατώτατων και ανώτατων ορίων ηλικίας για διορισμό, ως ημέρα γέννησης θε-
ωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης για το κατώτατο όριο και η 31η
∆εκεμβρίου του αντίστοιχου έτους για το ανώτατο.
5. Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και,
σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συ-
νταχθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια
πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από τα μητρώα αρρένων για τους άνδρες και
από το γενικό μητρώο δημοτών (δημοτολόγιο) για τις γυναίκες.
6. Εάν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η
πρώτη εγγραφή.
7. Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής με οποιονδήποτε άλ-
λο τρόπο ουδέποτε λαμβάνεται υπόψη.
8. ∆ιατάξεις που προβλέπουν κατώτατα όρια ηλικίας διορισμού μικρό-
τερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού εξακολουθούν
να ισχύουν.
Άρθρο 7
Υγεία
1. Υπάλληλοι διορίζονται όσοι έχουν την υγεία που τους επιτρέπει την
εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσης. Η έλλειψη φυσικών σωματι-
κών δεξιοτήτων δεν εμποδίζει το διορισμό, εφόσον ο υπάλληλος, με την κατάλ-
ληλη και δικαιολογημένη τεχνική υποστήριξη, μπορεί να ασκήσει τα καθήκο-
ντα της αντίστοιχης θέσης. Ειδικές διατάξεις για το διορισμό ατόμων με ανα-
πηρία δεν θίγονται.
2. Η υγεία και η φυσική καταλληλότητα των υποψήφιων υπαλλήλων να
ασκήσουν τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσης, πιστοποιούνται από τις αρμό-
διες υγειονομικές επιτροπές, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περι-
γράφονται από την υπηρεσία, σε γενικές γραμμές, τα καθήκοντα της θέσης που
πρόκειται να καταληφθεί.
3

Page 4
Άρθρο 8
Ποινική καταδίκη, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση
1.. ∆εν διορίζονται υπάλληλοι:
α) Όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλο-
πή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, α-
πιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παρά-
βαση καθήκοντος, καθ΄ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για ο-
ποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής
εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
β) Οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργη-
μα ή για πλημμέλημα της περίπτωσης α΄, έστω και αν το αδίκημα έχει παρα-
γραφεί.
γ) Όσοι, λόγω καταδίκης, έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα και για
όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή.
δ) Όσοι τελούν υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), υπό
επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) και υπό τις δύο αυτές
καταστάσεις.
2. Η ανικανότητα προς διορισμό αίρεται μόνο με την έκδοση του κατά
το άρθρο 47 παρ.1 του Συντάγματος διατάγματος που αίρει τις συνέπειες της
ποινής.
Άρθρο 9
Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους
∆εν διορίζονται υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπη-
ρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, λόγω επιβο-
λής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμ-
βασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομέ-
νου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση.
Άρθρο 10
Χρόνος συνδρομής προϋποθέσεων διορισμού
1. Οι υποψήφιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τα προσόντα του διορισμού
τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά το
χρόνο του διορισμού. Το ανώτατο όριο της ηλικίας διορισμού, όπου υπάρχει,
πρέπει να συντρέχει κατά το πρώτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικό σημείο.
2. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου
ισχύουν και για τα κωλύματα διορισμού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ
Άρθρο 11
Προγραμματισμός πλήρωσης θέσεων
4

Page 5
1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
προγραμματίζουν σε ετήσια βάση τις ανάγκες τους σε τακτικό προσωπικό, υ-
ποχρεωτικώς μετά από γνώμη της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
2. Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης,
στο πλαίσιο της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής, συντονίζει τον προγραμ-
ματισμό του ανθρώπινου δυναμικού, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες των
υπηρεσιών.
Άρθρο 12
Τρόπος πλήρωσης θέσεων
1. Η πλήρωση των θέσεων διέπεται από τις αρχές της ίσης ευκαιρίας
συμμετοχής, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της κοινωνικής αλληλεγ-
γύης, της διαφάνειας και της δημοσιότητας.
2. Η πλήρωση των θέσεων γίνεται με δημόσιο διαγωνισμό, γραπτό και,
κατ` εξαίρεση, προφορικό ή με σειρά προτεραιότητας, βάσει σαφώς καθορι-
σμένων και αντικειμενικών κριτηρίων, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του
παρόντος και όπως ορίζει ο νόμος.
3. Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν κατ` εξαίρεση διορισμό χωρίς την
τήρηση των διατάξεων της παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 13
Αρμόδιο όργανο
1. Οι διαδικασίες διορισμού τελούν υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης διοικη-
τικής αρχής ή διενεργούνται από αυτήν.
2. Κατά των πράξεων της ανεξάρτητης αυτής αρχής επιτρέπεται στον
αρμόδιο Υπουργό η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοι-
κητικού δικαστηρίου.
Άρθρο 14
Προκήρυξη πλήρωσης θέσεων
1. Κάθε διαδικασία διορισμού προϋποθέτει προηγούμενη προκήρυξη, η
οποία δημοσιεύεται υποχρεωτικά σε ειδικό τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερ-
νήσεως. Για την εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πληροφόρησης των υπο-
ψηφίων, περίληψη της προκήρυξης δημοσιεύεται δια του τύπου και ανακοινώ-
νεται με άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο
για τις προσλήψεις, όπως εκάστοτε αυτός ισχύει.
2. ∆εν επιτρέπεται η προκήρυξη χωρίς προηγούμενη έγκριση για την
πλήρωση των θέσεων από το εκάστοτε αρμόδιο κυβερνητικό όργανο, εφόσον
απαιτείται, καθώς και βεβαίωση ύπαρξης των σχετικών πιστώσεων.
3. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν κατ` εξαίρεση πλήρωση κενής θέ-
σης χωρίς την πρόβλεψη σχετικής προκήρυξης εξακολουθούν να ισχύουν.
5

Page 6
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ∆ΙΟΡΙΣΜΟΣ
Άρθρο 15
Υποχρέωση διορισμού
Οι επιτυχόντες που περιλαμβάνονται στον πίνακα διοριστέων διορίζο-
νται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υ-
ποβολής των δικαιολογητικών και το αργότερο μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από
την έκδοση των πινάκων διοριστέων.
Άρθρο 16
Αρμοδιότητα έκδοσης και τύπος πράξης διορισμού
1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι διορίζονται με απόφαση του οικείου Υπουρ-
γού, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
2. Οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διορίζονται
με απόφαση του ανώτατου μονομελούς οργάνου διοίκησης του και, αν δεν υ-
πάρχει, του προέδρου του συλλογικού οργάνου διοίκησης του νομικού προσώ-
που.
Άρθρο 17
∆ημοσίευση και κοινοποίηση πράξης διορισμού
1. Περίληψη της πράξης διορισμού δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως και κοινοποιείται στον διοριζόμενο το αργότερο εντός τριάντα
(30) ημερών από τη δημοσίευση.
2. Η κοινοποίηση στον διοριζόμενο γίνεται με έγγραφο της οικείας αρ-
χής, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερ-
νήσεως όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη της πράξης διορισμού και το οποίο επι-
δίδεται επί αποδείξει στην κατοικία του είτε στον ίδιο είτε σε πρόσωπο που
συνοικεί με αυτόν. Με το έγγραφο αυτό τάσσεται και εύλογη προθεσμία τριά-
ντα (30) το πολύ ημερών για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπη-
ρεσίας. Αν δεν καθορίζεται τέτοια προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθε-
σμία τριάντα (30) ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί έως έξι (6)
μήνες, μόνο μία φορά, για εξαιρετικούς λόγους.
3. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παρ. 1, η πράξη διορισμού θε-
ωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευση και από
την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανά-
ληψη υπηρεσίας.
Άρθρο 18
Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσης
1. Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή
του.
6

Page 7
2. Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία.
Άρθρο 19
Ορκωμοσία - Ανάληψη υπηρεσίας
1. Ο όρκος δίνεται ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη δι-
ορισμού ή του οργάνου που ορίζεται στο έγγραφο της κοινοποίησης. Ο όρκος
έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύ-
νταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθή-
κοντα μου.» Ο όρκος των αλλοδαπών έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πί-
στη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους της και να εκπληρώ-
νω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντα μου.» Όσοι δηλώνουν ότι δεν πρε-
σβεύουν καμιά θρησκεία ή πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο,
παρέχουν, αντί όρκου, την ακόλουθη διαβεβαίωση: «∆ηλώνω, επικαλούμενος
την τιμή και τη συνείδηση μου, ότι θα φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή
στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως
τα καθήκοντα μου.»
2. Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρωτόκολλο, που χρονολογείται και
υπογράφεται από τον ορκιζόμενο και το όργανο ενώπιον του οποίου ορκίζε-
ται. Η ανάληψη καθηκόντων πιστοποιείται με έκθεση, που υπογράφεται από
τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας και τον υπάλληλο. Η έκθεση φέρει α-
ριθμό πρωτοκόλλου της χρονολογίας ανάληψης καθηκόντων.
3. Αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων απο-
τελεί η χρονολογία δημοσίευσης στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως
της πράξης διορισμού, με την προϋπόθεση ότι η ανάληψη υπηρεσίας γίνεται
μέσα σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση της πράξης διορισμού, αλλιώς η η-
μερομηνία ανάληψης υπηρεσίας.
Άρθρο 20
Ανάκληση διορισμού
1. Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικά, εάν ο διοριζόμενος δεν
αποδέχτηκε το διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς ή δεν εκπλήρωσε άλλες νόμιμες
πρόσθετες υποχρεώσεις πριν από την ανάληψη υπηρεσίας.
2. Η πράξη διορισμού, που έγινε κατά παράβαση νόμου, ανακαλείται
εντός διετίας από τη δημοσίευσή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυ-
τής η πράξη διορισμού ανακαλείται, εάν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε δο-
λίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση
των άρθρων 4 και 8 του παρόντος Κώδικα.
3. Ο υπάλληλος, του οποίου η πράξη διορισμού ανακλήθηκε κατά την
προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες των δημοσίων υπαλλήλων για το
χρόνο κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντα του και οι πράξεις του είναι έ-
γκυρες.
4. Οι διατάξεις της παρ. 2 για απαγόρευση ανάκλησης της πράξης διορι-
σμού μετά την πάροδο διετίας δεν εφαρμόζονται, όταν η πράξη διορισμού α-
κυρώνεται δικαστικώς.
7

Page 8
Άρθρο 21
Αναδιορισμός
1. Ο υπάλληλος, που απολύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικα-
νότητας, αναδιορίζεται μέσα σε μία (1) πενταετία από την απόλυση, εφόσον: α)
είχε τουλάχιστον τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, β) υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού
μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόλυση, γ) έχει όλα
τα τυπικά προσόντα, εκτός από την ηλικία, που απαιτούνται για την κατάλη-
ψη της θέσης κατά το χρόνο του αναδιορισμού.
2. Ο υπάλληλος αναδιορίζεται μετά από γνωμοδότηση της οικείας υγει-
ονομικής επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε η σωμα-
τική ή πνευματική του ικανότητα, σε βαθμό που του επιτρέπει να ασκεί τα κα-
θήκοντα του. Ο υπάλληλος παραπέμπεται στην επιτροπή μέσα σε προθεσμία
ενός (1) μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού.
3. Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το υπηρεσιακό συμβούλιο. Ο υπάλ-
ληλος αναδιορίζεται με το βαθμό που έφερε κατά το χρόνο της απόλυσης του.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κατά το χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση,
συνιστάται προσωποπαγής θέση με την απόφαση αναδιορισμού. Ο αναδιορι-
ζόμενος σε προσωποπαγή θέση καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενούται
στον οικείο κλάδο και βαθμό.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 16 έως και 20 που αναφέρονται στο διορι-
σμό ισχύουν και για τον αναδιορισμό.
Άρθρο 22
Βαθμός διοριζομένου
1. Ο διοριζόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με τον εισαγωγικό βαθμό
που προβλέπεται στον οικείο κλάδο.
2. Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται ο διορισμός, σε βαθμό ανώτερο του εισα-
γωγικού, προσώπων τα οποία έχουν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσό-
ντα, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.
Άρθρο 23
Προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου
1. Το προσωπικό μητρώο συγκροτείται μετά το διορισμό του υπαλλήλου
και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν την ατομική, οικο-
γενειακή, περιουσιακή και υπηρεσιακή του κατάσταση σύμφωνα με την επόμε-
νη παράγραφο.
2. Ειδικότερα το προσωπικό μητρώο περιλαμβάνει:
α) Τα στοιχεία της ταυτότητας του υπαλλήλου, τα στοιχεία συζύγου και των
παιδιών του, καθώς και τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του άρθρου 28
του παρόντος. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται από τον υπάλληλο με υπεύ-
θυνη δήλωση που υποβάλλει στην υπηρεσία του κατά το διορισμό του. Με τον
ίδιο τρόπο δηλώνεται υποχρεωτικά κάθε ουσιώδης μεταβολή των στοιχείων
αυτών.
8

Page 9
β) Τους τίτλους σπουδών ή άλλα τυπικά προσόντα.
γ) Αποφάσεις, έγγραφα ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στην υπηρεσιακή
γενικά κατάσταση και δραστηριότητα του υπαλλήλου, στα οποία συμπεριλαμ-
βάνονται και οι εκθέσεις αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων.
δ) Κάθε άλλο στοιχείο που ο υπάλληλος καταθέτει ο ίδιος στην υπηρεσία του
ζητώντας να συμπεριληφθεί στο προσωπικό του μητρώο, εφόσον σχετίζεται με
τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και είναι πρόσφορο για την αξιολόγηση του.
3. Κάθε υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση του προσωπικού μητρώ-
ου του.
4. Η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να τηρεί, να φυλάσσει
και να ενημερώνει το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις δια-
τάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Η παράλειψη των υπόχρεων για ε-
φαρμογή του προηγούμενου εδαφίου συνιστά το παράπτωμα της περίπτωσης
στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107.
5. Η αρμόδια υπηρεσία, σε περίπτωση μετάθεσης του υπαλλήλου, συ-
γκροτεί βοηθητικό προσωπικό μητρώο με τα απαραίτητα στοιχεία, το οποίο
τον συνοδεύει.
6. Το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου τίθεται υπόψη του υπηρεσια-
κού συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλου οργάνου που είναι αρμόδιο για τη διε-
νέργεια υπηρεσιακών κρίσεων.
7. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υ-
πουργού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται ο
τρόπος τήρησης και ενημέρωσης του προσωπικού μητρώου, κύριου και βοηθη-
τικού, ο χρόνος περιοδικής καταστροφής των εκθέσεων αξιολόγησης των ουσι-
αστικών προσόντων, η μετά από αίτηση του υπαλλήλου αφαίρεση στοιχείων,
καθώς και η σχετική διαδικασία, όπως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
ΜΕΡΟΣ Β΄ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ - ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥ-
ΘΥΝΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 24
Πίστη στο Σύνταγμα
Ο υπάλληλος είναι εκτελεστής της θέλησης του Κράτους, υπηρετεί μόνο
το Λαό και οφείλει πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη
∆ημοκρατία.
Άρθρο 25
Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών
1. Ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του
και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.
2. Ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων
του. Όταν όμως εκτελεί διαταγή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την
εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη
9

Page 10
διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα
εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.
3. Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υ-
πάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Ό-
ταν σε διαταγή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανο-
νιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότε-
ρου συμφέροντος ή όταν, ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή που
προδήλως αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που
εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλ-
ληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊ-
σταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Επί νομικών προσώπων δημοσίου δι-
καίου, εφόσον εκείνος που διέταξε είναι το διοικητικό συμβούλιο ή το ανώτατο
μονομελές όργανο διοίκησης, η αναφορά υποβάλλεται στον εποπτεύοντα Υ-
πουργό. Εάν εκείνος που διέταξε είναι ο Υπουργός, η αναφορά υποβάλλεται
στον Πρωθυπουργό.
4. Αν ο υπάλληλος έχει αντίθετη γνώμη για εντελλόμενη ενέργεια, για
την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρηση του, οφείλει να τη δι-
ατυπώσει εγγράφως για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Εάν παραλείπει την
προσυπογραφή ή θεώρηση, θεωρείται ότι προσυπέγραψε ή θεώρησε.
5. Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων οφείλουν να προσυπογράφουν
τα έγγραφα που ανήκουν στην αρμοδιότητα τους και εκδίδονται με την υπο-
γραφή του προϊσταμένου τους. Αν διαφωνούν, οφείλουν να διατυπώσουν εγ-
γράφως τις τυχόν αντιρρήσεις τους. Αν παραλείψουν να προσυπογράψουν το
έγγραφο, θεωρείται ότι το προσυπέγραψαν.
6. Ο υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη, με κάθε
μέσο, εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητας του, εφόσον διαταχθεί γι` αυτό από
οποιονδήποτε από τους προϊσταμένους του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο
του εγγράφου, εφαρμόζεται η παρ. 4 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 26
Εχεμύθεια
1. Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρί-
ζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύ-
θεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική,
για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση
των καθηκόντων του ή επ` ευκαιρία αυτών.
2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προ-
βλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγρά-
φων.
3. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται
μόνο με άδεια του οικείου Υπουργού.
Άρθρο 27
Συμπεριφορά υπαλλήλου
10

Page 11
1. Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσί-
ας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης.
2. Ο υπάλληλος οφείλει κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συ-
μπεριφέρεται με ευπρέπεια στους διοικούμενους και να τους εξυπηρετεί κατά
τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους.
3. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται
να κάνει διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτι-
κών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.
Άρθρο 28
Περιουσιακή κατάσταση
1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώσει εγγράφως, κατά το διορισμό
του, την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου, συζύγου και παιδιών του, εφόσον
συνοικούν με αυτόν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή της. Οι
υπάλληλοι, εντός τριών (3) μηνών από την τέλεση γάμου, υποχρεούνται να δη-
λώσουν την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων τους. Οποιαδήποτε αγορά
κινητών σημαντικής αξίας ή ακινήτων, από τον υπάλληλο ή τα πρόσωπα του
πρώτου εδαφίου, αιτιολογείται υποχρεωτικά με την υποβαλλόμενη δήλωση. Αν
για την αγορά αυτή ο υπάλληλος επικαλείται οικονομική ενίσχυση προσώπων
άλλων από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, οφείλει να δηλώσει και την περι-
ουσιακή κατάσταση αυτών.
2. Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται
να ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώ-
δη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης.
3. Αν η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου είναι
δυσανάλογη προς τις αποδοχές και την εν γένει οικονομική του κατάσταση, η
αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ενεργήσει έρευνα για την προέλευση των
πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις
ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινι-
κό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα, ο αρμόδιος Υπουργός προβαίνει στις
απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού. Προκειμένου
για υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τη δίωξη αυτή ασκούν
και τα όργανα που είναι αρμόδια για την παραπομπή των υπαλλήλων στο υ-
πηρεσιακό συμβούλιο.
4. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συντάσσεται σε ειδικό έντυπο
το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ε-
σωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικο-
νομικών. Με την ίδια απόφαση μπορεί να οριστούν δικαιολογητικά τα οποία
πρέπει να αναγράφονται ή να συνοδεύουν τις δηλώσεις. Τα στοιχεία που περι-
λαμβάνονται στις ανωτέρω δηλώσεις αποτελούν υποχρεωτικά αντικείμενο επε-
ξεργασίας και διαβιβάζονται σε ηλεκτρονική μορφή στη Γενική Γραμματεία
Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων τηρεί ειδικό μητρώο υπό-
χρεων και μεριμνά για τη μηχανογραφική επεξεργασία των δηλώσεων και την
11

Page 12
κατοχύρωση του απόρρητου χαρακτήρα των στοιχείων που περιέχονται σε αυ-
τές.
5. Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, επιφυλασσομέ-
νων των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002
(ΦΕΚ 296 Α΄) και της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3491/2006 (ΦΕΚ 207 Α΄), διε-
νεργείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτημα της υπηρεσίας του υπαλλή-
λου είτε μετά από καταγγελία, από υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και
Οικονομικών, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,
∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.
6. Η υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με το άρθρο
αυτό είναι ανεξάρτητη από την υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης
που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.
Άρθρο 29
Χρόνος παροχής εργασίας
1. Ο υπάλληλος παρέχει την εργασία του μέσα στον οριζόμενο από τις
κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις χρόνο.
2. Εφόσον έκτακτες και εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλ-
λουν, ο υπάλληλος οφείλει να εργαστεί και πέρα από το χρόνο εργασίας ή σε
μη εργάσιμες ημέρες. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται στον υπάλληλο απο-
ζημίωση σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Άρθρο 30
Καθήκοντα υπαλλήλου
1. Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου ή της ειδικότητας
του.
2. Σε περιπτώσεις επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να
καλυφθεί με άλλον τρόπο, επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο καθή-
κοντα άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Σε όμοιες περιπτώσεις επιτρέπεται να ανα-
τίθενται στον υπάλληλο εργασίες συναφείς με την ειδικότητα ή τα καθήκοντα
του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση.
3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάθεση επιτρέπεται για χρο-
νικό διάστημα έως δύο (2) μηνών με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου προϊ-
σταμένου. Παράταση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έως έξι (6) μήνες α-
κόμη επιτρέπεται μετά από αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλί-
ου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 31
Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή
12

Page 13
1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργα-
σία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν
παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμ-
φωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανα-
καλείται με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια στους υπαλλήλους του ∆ημοσίου χορηγεί-
ται από τον οικείο υπουργό και στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων
δημοσίου δικαίου από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης και αν δεν υ-
πάρχει τέτοιο όργανο, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης.
3. ∆εν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ` επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.
Άρθρο 32
Συμμετοχή σε εταιρείες
1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμε-
τοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός
των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων.
2. Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική ε-
ταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύ-
νων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδή-
ποτε εμπορικής εταιρείας. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να μετέχει στη
διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού με την επιφύλαξη
του προηγούμενου εδαφίου. Η άδεια χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη δι-
αδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 31 του παρόντος.
3. Απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο του ή ανήλικα τέ-
κνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της
υπηρεσίας του. Ο υπάλληλος που κατά το διορισμό ο ίδιος ή σύζυγος του ή α-
νήλικα τέκνα του κατέχουν μετοχές ανωνύμων εταιρειών οι οποίες εμπίπτουν
στην απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια
της υπηρεσίας του, λόγω κληρονομιάς, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δή-
λωση στην υπηρεσία του και εντός ενός έτους είτε να τις μεταβιβάσει είτε να
ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του
σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η μετακίνηση
ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του και διενεργείται σύμφωνα
με τις διατάξεις των άρθρων 66 και 74 του παρόντος. Κατά το διάστημα που
μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης
του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος του άρθρου 36 του παρό-
ντος.
4. ∆ιατηρούνται σε ισχύ ειδικές διατάξεις που αναφέρονται σε νομικά
πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και θεσπίζουν
πρόσθετους περιορισμούς για τους υπαλλήλους.
5. Επιτρέπεται η συμμετοχή υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότη-
τα σε συνεταιρισμούς ή στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών ή εταιρειών περιο-
ρισμένης ευθύνης, οι οποίες ελέγχονται από το ∆ημόσιο, τα νομικά πρόσωπα
δημοσίου δικαίου, τους Ο.Τ.Α. και τις δημόσιες επιχειρήσεις, όταν τούτο προ-
βλέπεται από ειδικές διατάξεις.
13

Page 14
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΕΡΓΑ Ή Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ
Άρθρο 33
Έργα ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα
Απαγορεύεται στους υπαλλήλους η άσκηση έργων ασυμβίβαστων, κατά
τις κείμενες διατάξεις, με το βουλευτικό αξίωμα, με την επιφύλαξη των διατά-
ξεων της παρ. 5 του άρθρου 32 του παρόντος.
Άρθρο 34
∆ικηγορική ιδιότητα
Η ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιό-
τητα του δικηγόρου, εκτός αν ειδικές διατάξεις ορίζουν διαφορετικά.
Άρθρο 35
Κατοχή δεύτερης θέσης
1. Απαγορεύεται ο διορισμός υπαλλήλου, με οποιαδήποτε σχέση, σε
δεύτερη θέση: α) δημοσίων υπηρεσιών, β) νομικών προσώπων δημοσίου δικαί-
ου, γ) Ο.Τ.Α., συμπεριλαμβανομένων και των ενώσεων αυτών, δ) δημοσίων επι-
χειρήσεων και δημοσίων οργανισμών, ε) νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαί-
ου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κεί-
μενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου
προϋπολογισμού τους ή το κράτος κατέχει το 51% τουλάχιστον του μετοχικού
τους κεφαλαίου και στ) νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν
στα υπό στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ νομικά πρόσωπα ή επιχορηγούνται από αυτά
τακτικώς, κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, σύμφωνα
με τις κείμενες διατάξεις ή κατά τα οικεία καταστατικά ή που τα ανωτέρω νο-
μικά πρόσωπα κατέχουν το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου.
2. ∆ιατάξεις ειδικών νόμων που επιτρέπουν το διορισμό σε δεύτερη θέση
εξακολουθούν να ισχύουν.
3. Υπάλληλος που κατά παράβαση των διατάξεων των παραπάνω πα-
ραγράφων διορίζεται σε δεύτερη θέση και αποδέχεται το διορισμό του θεωρεί-
ται ότι παραιτείται αυτοδίκαια από την πρώτη θέση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆΄ ΚΩΛΥΜΑΤΑ
Άρθρο 36
Κώλυμα συμφέροντος
1. Ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού
οργάνου να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση
πράξεων, εάν ο ίδιος ή σύζυγος του ή συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας
14

Page 15
έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλί-
ας ή έχθρας έχει πρόδηλο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης.
2. Η παράβαση της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί
λόγο ακυρώσεως της σχετικής διοικητικής πράξης.
3. Υπάλληλοι που είναι σύζυγοι ή συγγενείς μεταξύ τους έως και τον
τρίτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας δεν επιτρέπεται να είναι μέλη του ίδιου
συλλογικού οργάνου.
4. Ο υπάλληλος υποχρεούται να ζητήσει την εξαίρεση του από κάθε ε-
νέργεια των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου, όταν ο ίδιος έχει κώ-
λυμα.
Άρθρο 37
Κώλυμα εντοπιότητας
1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουρ-
γού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περί-
πτωση αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη της οικείας συνδικαλιστικής
οργάνωσης, είναι δυνατόν να ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών δεν
μπορούν να υπηρετούν στον τόπο καταγωγής των ίδιων ή των συζύγων τους.
Αν δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση ζητείται η γνώμη της Α.∆.Ε.∆.Υ.
2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν έχει εφαρμογή για την περιφέρεια
τέως διοικήσεως πρωτευούσης και την περιφέρεια του ∆ήμου Θεσσαλονίκης
και των όμορων δήμων, καθώς και σε δήμους ή κοινότητες άγονων, προβλημα-
τικών ή νησιωτικών περιοχών με πληθυσμό μέχρι 3.000 κατοίκους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Άρθρο 38
Αστική ευθύνη
1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του ∆ημοσίου για κάθε ζημιά την ο-
ποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των
καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την ο-
ποία κατέβαλε το ∆ημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις
του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βα-
ρεία αμέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω
πράξεις ή παραλείψεις του.
2. Σε περίπτωση δόλου του υπαλλήλου, αυτός παραπέμπεται υποχρεω-
τικώς στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση βαρείας αμέλειας, αν ο υπάλλη-
λος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις,
μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημιάς που επήλθε στο ∆ημό-
σιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει.
3. Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημιά στο ∆ημό-
σιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του Αστικού ∆ικαίου.
4. Η αξίωση του ∆ημοσίου κατά υπαλλήλων του για αποζημίωση στις
περιπτώσεις της παρ. 1 παραγράφεται σε πέντε (5) έτη. Στην περίπτωση του
πρώτου εδαφίου της παρ. 1, η πενταετία αρχίζει αφότου το αρμόδιο όργανο
15

Page 16
για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού έλαβε γνώση της ζημιάς και του
λόγου αυτής, και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, αφότου το ∆ημόσιο
κατέβαλε την αποζημίωση.
5. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων και των διατακτών διέπε-
ται από τις ειδικές γι` αυτούς διατάξεις.
6. Ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των δημοσίων
υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ.
ΜΕΡΟΣ Γ΄ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ
Άρθρο 39
∆ικαίωμα μονιμότητας - Εξαιρέσεις
1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δη-
μοσίου δικαίου που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι
θέσεις υπάρχουν.
2. Εξαιρούνται από τη μονιμότητα οι κατά την παρ. 5 του άρθρου 103
του Συντάγματος υπάλληλοι.
3. Μόνιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, κατα-
λαμβάνουν θέσεις υπαλλήλων της παρ. 2, διατηρούν τη μονιμότητά τους.
Άρθρο 40
∆οκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση
1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δη-
μοσίου δικαίου, που διορίζονται σε οργανικές θέσεις, διανύουν δύο (2) έτη δο-
κιμαστικής υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της οποίας απολύονται για λόγους που
ανάγονται στην υπηρεσία τους μόνο μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμ-
βουλίου.
2. Οι δόκιμοι υπάλληλοι, κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας
τους, παρακολουθούν προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης που οργανώνο-
νται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 47 του παρόντος.
3. Με τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας οι υπάλληλοι
μονιμοποιούνται αυτοδίκαια, με εξαίρεση τους υπαλλήλους στους οποίους έχει
επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή για τους οποίους υφίσταται πειθαρχική εκκρεμό-
τητα ή υπάρχει δυσμενής έκθεση αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων.
Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις για τη μονιμοποίηση ή μη αποφαίνεται το
υπηρεσιακό συμβούλιο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση της δοκιμα-
στικής υπηρεσίας. Για την αυτοδίκαιη μονιμοποίηση εκδίδεται διαπιστωτική
πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για το διορισμό.
4. Κατά της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου για την απόλυση
δοκίμου υπαλλήλου, σύμφωνα με την παρ. 1, καθώς και κατά της απόφασης
περί μη μονιμοποίησης του σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, επιτρέ-
πεται η άσκηση προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
16

Page 17
5.Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και της Εθνικής
Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και
Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.∆.∆.Α.) δεν διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία.
6. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν δοκιμαστική υπηρεσία μεγαλύτε-
ρης διάρκειας εξακολουθούν να ισχύουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΜΙΣΘΟΣ - ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Άρθρο 41
∆ικαίωμα - Αξίωση μισθού
1.Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα σε μισθό. Ο μισθός καθορίζεται σε μηνιαία
βάση και έχει σκοπό την αξιοπρεπή διαβίωση του υπαλλήλου.
2. Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές των υπαλλήλων δεν
μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργα-
νικής τους θέσης.
3. Η αξίωση του υπαλλήλου για το μισθό αρχίζει από την ανάληψη υπη-
ρεσίας.
4. Προκειμένου περί υπαλλήλου, ο οποίος επανέρχεται από την κατά-
σταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας στα καθήκοντα του, η αξίωση για πλή-
ρη μισθό αρχίζει από την επανάληψη των καθηκόντων του.
5. Η αξίωση του υπαλλήλου για μισθό παύει με τη λύση της υπαλληλικής
σχέσης.
6. Οι αποδοχές που παρέχονται μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης
αντί για σύνταξη, σύμφωνα με τη συνταξιοδοτική νομοθεσία, δεν επηρεάζονται
από τις διατάξεις της παρ. 5 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 42
Χρόνος καταβολής μισθού
Ο μισθός προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου. Με κοινή
απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης
και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της
Α.∆.Ε.∆.Υ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να κα-
θορίζεται διαφορετικά ο χρόνος καταβολής του μισθού.
Άρθρο 43
Πότε δεν οφείλεται μισθός
1. ∆εν οφείλεται μισθός όταν ο υπάλληλος από υπαιτιότητα του δεν πα-
ρέσχε υπηρεσία καθόλου ή εν μέρει.
2. Η περικοπή του μισθού στις περιπτώσεις της παρ. 1 ενεργείται με
πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών οργάνου,
το οποίο οφείλει να ειδοποιήσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας προσωπικού ή
της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος. Κατά της πράξης αυτής, η
οποία κοινοποιείται με απόδειξη στον υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή στο
17

Page 18
υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση. Η ά-
σκηση της προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το υπηρεσιακό συμ-
βούλιο αποφαίνεται οριστικώς.
3. Σε περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας απολύσεως του υπαλλήλου
λόγω ανίατης ασθένειας καταβάλλεται ο μισθός ενέργειας ή διαθεσιμότητας ως
τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες από τη λήξη
της αναρρωτικής άδειας ή της διαθεσιμότητας.
Άρθρο 44
Όροι υγιεινής και ασφάλειας
1. Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής και
ασφάλειας στο χώρο εργασίας τους.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών
Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οι-
κονομικών και ύστερα από γνώμη της Α.∆.Ε.∆.Υ, ιδρύεται στο Υπουργείο Ε-
σωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης οργανική μονάδα για την
εποπτεία και τήρηση των όρων υγιεινής και ασφάλειας του χώρου εργασίας
των υπαλλήλων του ∆ημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται το επίπεδο της οργανικής μονά-
δας και κάθε άλλο θέμα που αφορά στη λειτουργία της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΘΕΜΕΛΙΩ∆Η ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Άρθρο 45
Ελευθερία της έκφρασης
1. Η ελευθερία της έκφρασης των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευ-
τικών πεποιθήσεων, όπως και των επιστημονικών απόψεων και της υπηρεσια-
κής κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, αποτελεί δικαίωμα των υ-
παλλήλων και τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους. ∆εν επιτρέπονται διακρί-
σεις των υπαλλήλων λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεων τους ή της κριτι-
κής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής.
2. Η συμμετοχή των υπαλλήλων στην πολιτική ζωή της Χώρας επιτρέπε-
ται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 46
Συνδικαλιστική ελευθερία και δικαίωμα απεργίας
1. Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών
με αυτήν δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους υπαλλήλους.
2. Οι υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργα-
νώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώ-
ματα.
3. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των υπαλλήλων και ασκείται από τις
συνδικαλιστικές τους οργανώσεις ως μέσο για τη διασφάλιση και προαγωγή
18

Page 19
των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστι-
κών συμφερόντων τους και ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς άλλους εργαζόμε-
νους για τους αυτούς σκοπούς. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με
τις διατάξεις του νόμου που το ρυθμίζει.
4. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωμα να διαπραγματεύο-
νται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους, την αμοιβή και τις συνθήκες εργασί-
ας των μελών τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆΄ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
Άρθρο 47
Υπηρεσιακή εκπαίδευση
1. Η υπηρεσιακή εκπαίδευση είναι δικαίωμα του υπαλλήλου. Η εκπαί-
δευση γίνεται με τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα εισαγωγικής
εκπαίδευσης, επιμόρφωσης, μετεκπαίδευσης και προγράμματα ή κύκλους μετα-
πτυχιακής εκπαίδευσης. Τα προγράμματα εκτελούνται στην Ελλάδα ιδίως στο
πλαίσιο του Εθνικού Κέντρου ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αυτοδιοίκησης
(Ε.Κ.∆.∆.Α.) ή στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φο-
ρά.
2. Η εισαγωγική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική, τόσο για την υπηρεσία
όσο και για τον υπάλληλο. Γίνεται κατά την πρώτη διετία από το διορισμό του
υπαλλήλου και έχει ως σκοπό την εξοικείωση του υπαλλήλου με τα αντικείμενα
της υπηρεσίας του και τα καθήκοντα του ως δημοσίου υπαλλήλου γενικότερα.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται να φροντίζουν για την πρόβλεψη των α-
ναγκαίων πιστώσεων στον οικείο προϋπολογισμό. ∆εν γίνεται προαγωγή υ-
παλλήλου στον επόμενο του εισαγωγικού βαθμό εάν δεν έχει ολοκληρώσει επι-
τυχώς την εισαγωγική εκπαίδευση. Ευθύς ως ο υπάλληλος ολοκληρώσει την ει-
σαγωγική εκπαίδευση, η προαγωγή διενεργείται αναδρομικώς με όλες τις συνέ-
πειες.
3. Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μεριμνά για την επιμόρφωση των
υπαλλήλων της σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους ανεξάρτητα από
την κατηγορία, τον κλάδο, την ειδικότητα και το βαθμό τους. Η επιμόρφωση
μπορεί να είναι γενική ή να έχει τη μορφή εξειδίκευσης σε αντικείμενα της υπη-
ρεσίας του υπαλλήλου. Η συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα επιμόρ-
φωσης μπορεί να ορίζεται και ως υποχρεωτική.
4. Η μετεκπαίδευση έχει ως σκοπό την απόκτηση από τον υπάλληλο των
ειδικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων του.
Γίνεται σε φορείς δημόσιους ή ιδιωτικούς, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ιδίως
σε Πανεπιστήμια, Τ.Ε.Ι. και στο Ε.Κ.∆.∆.Α.. Η μετεκπαίδευση μπορεί να ορίζε-
ται και ως υποχρεωτική.
5. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται με τη συμμετοχή του υπαλλήλου
σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που εκτελούνται σε ανα-
γνωρισμένα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή του εξωτερικού, είτε αυτοτελώς
είτε σε σύμπραξη με Τ.Ε.Ι.. Ως προγράμματα ή κύκλοι μεταπτυχιακών σπουδών
νοούνται όσα καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την α-
νώτατη εκπαίδευση.
19

Page 20
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΚΑΝΟΝΙΚΗ Α∆ΕΙΑ
Άρθρο 48
∆ικαίωμα κανονικής άδειας
1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές δύο
(2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλ-
ληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να
υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με
τη συμπλήρωση ενός (1) έτους δημόσιας πραγματικής υπηρεσίας.
2. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγμα-
τικής δημόσιας υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές,
η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν
εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέ-
ρες
αν
ακολουθούν
εβδομάδα
έξι
(6)
εργασίμων
ημερών.
Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για
κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των εί-
κοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκειμένου για πενθήμερη ή
εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και
Αποκέντρωσης μπορεί να προσαυξάνεται ως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες ο
αριθμός των ημερών κανονικής άδειας των υπαλλήλων που υπηρετούν σε πα-
ραμεθόριες περιοχές.
4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε
όσους έχουν κατά τις κείμενες διατάξεις διακοπές εργασίας. Οι υπάλληλοι αυ-
τοί μπορούν, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι ανάγκης, να παίρνουν κανο-
νική άδεια με αποδοχές ως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ` έτος.
5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών
Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνι-
κής Αλληλεγγύης, προσαυξάνεται η κανονική άδεια των υπαλλήλων που απα-
σχολούνται σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές εργασίες. Με το ίδιο προεδρικό διά-
ταγμα καθορίζονται οι προϋποθέσεις και ο αριθμός των ημερών προσαύξησης
της κανονικής άδειας.
Άρθρο 49
Χορήγηση κανονικής άδειας
1. ∆εκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρε-
ωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, από 15 Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. Η
υποχρέωση αυτή δεν ισχύει σε υπηρεσίες οι οποίες έχουν καθοριστεί με από-
φαση του οικείου Υπουργού και κατά την περίοδο αυτή βρίσκονται στην αιχ-
μή της λειτουργίας τους ή λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση. Όταν με αίτη-
ση του υπαλλήλου ολόκληρη η άδεια χορηγείται εκτός από την περίοδο αυτή,
προσαυξάνεται κατά πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προσαύξηση αυτή δεν χο-
20

Page 21
ρηγείται όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση της κανονικής του άδειας κατά την
περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
2. Η υπηρεσία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, χορηγεί υποχρεωτικά σε
αυτόν μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την κανονική άδεια που δικαιού-
ται και αν ακόμα δεν την ζητήσει.
3. Επιτρέπεται να μην χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η
κανονική άδεια προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρε-
σίας, μετά όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου το οποίο
είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, α-
ποφασίζει το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο.
4. Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ` εφαρμογή της προηγούμενης παρα-
γράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ Α∆ΕΙΕΣ ∆ΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ
Άρθρο 50
∆ικαίωμα ειδικής άδειας
1. Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές πέντε (5)
εργασίμων ημερών σε περίπτωση γάμου και τριών (3) εργασίμων ημερών σε
περίπτωση θανάτου συζύγου τους ή και συγγενούς έως και β΄ βαθμού. Επίσης
δικαιούνται κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης ειδική άδεια με αποδοχές διάρ-
κειας μίας (1) έως τριών (3) ημερών, κατά περίπτωση, για την άσκηση του εκλο-
γικού δικαιώματος ή για τη συμμετοχή σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε δικα-
στηρίου.
2. Υπάλληλοι που πάσχουν ή έχουν σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νό-
σημα το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοση-
λείας δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέ-
ρες το χρόνο. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των
Υπουργών Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας
και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται τα νοσήματα του προηγούμενου
εδαφίου.
3. Η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται και σε υπαλλή-
λους που έχουν τέκνα που πάσχουν από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο
Down.
4.Υπάλληλοι με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω
δικαιούνται από την υπηρεσία κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές έξι
(6) εργασίμων ημερών επιπλέον της κανονικής τους άδειας.
5.Υπάλληλος ο οποίος ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αι-
μοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και υπάλληλος ο οποίος μετέ-
χει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία δικαιούται ειδικής άδειας απουσίας, με
πλήρεις αποδοχές, δύο (2) ημερών.
6. Υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχο-
λείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύ-
τερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας δικαιούται μηχανο-
γραφική άδεια, μετά πλήρων αποδοχών, μίας (1) ημέρας ανά δίμηνο. Η άδεια
χορηγείται υποχρεωτικά μέσα στο δίμηνο το οποίο αφορά. Εφόσον η άδεια
21

Page 22
αυτή δεν εξαντληθεί στο διάστημα αυτό, δεν μεταφέρεται ούτε καταβάλλεται
αποζημίωση στον υπάλληλο.
7. Λοιπές άδειες που προβλέπονται από κείμενες ειδικές διατάξεις δια-
τηρούνται.
Άρθρο 51
Άδειες χωρίς αποδοχές
1. Επιτρέπεται η χορήγηση στον υπάλληλο, μετά από αίτηση του, άδειας
χωρίς αποδοχές, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή
δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα (1) μήνα εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους.
2. Στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές
συνολικής διάρκειας έως δύο (2) ετών, ύστερα από αίτηση τους και γνώμη του
υπηρεσιακού συμβουλίου, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους.
3. Υπάλληλος, του οποίου σύζυγος υπηρετεί στο εξωτερικό σε ελληνική
υπηρεσία του ∆ημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή άλλου φορέα
του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία ή φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διε-
θνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα, δικαιούται να πάρει άδεια
χωρίς αποδοχές μέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή και τμηματικά, εφόσον έχει συ-
μπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.
4. Στον υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε
διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται μετά από γνώμη
του υπηρεσιακού συμβουλίου άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι πέντε (5) έτη, η ο-
ποία μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για μία ακόμα πενταετία. Αν
ο υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από
τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία.
5. Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές αποτελεί χρόνο πραγματικής υ-
πηρεσίας μόνο στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρ-
θρου.
6. Κατά τη διάρκεια της άδειας της παρ. 4 του άρθρου αυτού ο υπάλλη-
λος υποχρεούται να καταβάλλει τις νόμιμες κρατήσεις για κύρια και επικουρι-
κή ασφάλιση και στα ταμεία πρόνοιας, οι οποίες αντιστοιχούν στο βαθμό ή το
μισθό της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά.
Άρθρο 52
Άδειες μητρότητας
1. Στις υπαλλήλους οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια μητρότητας
με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Σε
περίπτωση απόκτησης τέκνου πέραν του 3ου, η μετά τον τοκετό άδεια προ-
σαυξάνεται κάθε φορά κατά δύο (2) μήνες. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγεί-
ται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο
χρόνο τοκετού.
2. Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν
που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που είχε χορηγηθεί, παρατείνεται μέ-
χρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνε-
πάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον το-
22

Page 23
κετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που
είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκε-
τό, ώστε να εξασφαλιστεί συνολικός χρόνος άδειας πέντε (5) μηνών.
3. Σε κυοφορούσες υπαλλήλους που έχουν ανάγκη ειδικής θεραπείας,
μετά την εξάντληση της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται κανονική
άδεια κυοφορίας με αποδοχές, μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και δι-
ευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευ-
τικού ιδρύματος.
4. Στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο, χορηγείται άδεια τριών (3) μη-
νών με πλήρεις αποδοχές εντός του πρώτου εξαμήνου μετά την περαίωση της
διαδικασίας της υιοθεσίας, εφόσον το υιοθετημένο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι
(6) ετών. Ένας μήνας από την άδεια αυτή μπορεί να καλύπτει απουσία της υ-
παλλήλου κατά το προ της υιοθεσίας διάστημα.
5. Επιδόματα λόγω τοκετού, που καταβλήθηκαν στην υπάλληλο νομι-
κού προσώπου δημοσίου δικαίου λόγω υποχρεωτικής ασφάλισης σε ασφαλι-
στικούς οργανισμούς, εκπίπτουν από τις αποδοχές που καταβάλλονται κατά τη
διάρκεια της άδειας μητρότητας, εφόσον η ασφάλιση θεμελιώνεται και σε συ-
νεισφορά του νομικού προσώπου.
Άρθρο 53
∆ιευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις
1. Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 51 του παρόντος άδεια
χορηγείται υποχρεωτικά, χωρίς γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν πρόκει-
ται για ανατροφή παιδιού ηλικίας έως και έξι (6) ετών. ∆ιάστημα τριών (3) μη-
νών της άδειας αυτής χορηγείται με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση γέννη-
σης τρίτου (3ου) παιδιού και άνω.
2. Ο χρόνος εργασίας του γονέα υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες
ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα,
εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας υπάλ-
ληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού,
εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου.
Για το γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67%
και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου ή η άδεια του
προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνονται κατά έξι (6) μήνες ή ένα (1) μήνα α-
ντίστοιχα. Στην περίπτωση γέννησης 4ου τέκνου, το μειωμένο ωράριο εργασίας
παρατείνεται για δύο (2) ακόμα έτη.
3. Αν και οι δύο γονείς είναι υπάλληλοι, με κοινή τους δήλωση που κα-
τατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση
του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν με την ανωτέρω κοι-
νή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας θα κάνει χρή-
ση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια της προηγούμενης
παραγράφου. Αν η σύζυγος του υπαλλήλου ή ο σύζυγος της υπαλλήλου εργά-
ζεται στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον δικαιούται όμοιων ολικώς ή μερικώς διευ-
κολύνσεων, ο σύζυγος ή η σύζυγος υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση των
διευκολύνσεων της παραγράφου 2 κατά το μέρος που η σύζυγος αυτού ή ο σύ-
ζυγος αυτής δεν κάνει χρήση των δικών της ή των δικών του δικαιωμάτων ή
κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των διευκολύνσεων της παραγράφου
23

Page 24
Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελ-
μα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρα-
γράφου 2, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμε-
τωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της ∆ευτε-
ροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο
υπάλληλος.
4. Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια της παρ. 1 του παρόντος, ο άλλος
δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρ. 2 του άρθρου
αυτού για το ίδιο διάστημα.
5. Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς
γάμο των γονέων του, την άδεια της παρ. 1 και τις διευκολύνσεις της παρ. 2 του
παρόντος άρθρου δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια.
6. Οι υπηρεσίες υποχρεούνται να διευκολύνουν τους υπαλλήλους που
έχουν τέκνα τα οποία παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθ-
μιας εκπαίδευσης, για να επισκέπτονται το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό
την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης.
7. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και
Αποκέντρωσης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της
προηγούμενης παραγράφου και καθορίζεται το ανώτατο όριο ημερών απουσί-
ας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΕΣ Α∆ΕΙΕΣ
Άρθρο 54
∆ικαίωμα αναρρωτικής άδειας
1. Στον υπάλληλο που είναι ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει, χορη-
γείται αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπη-
ρεσίας του, από την οποία αφαιρείται το σύνολο των αναρρωτικών αδειών
που τυχόν έχει λάβει μέσα στην προηγούμενη πενταετία. Αναρρωτική άδεια
χορηγούμενη χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες.
Χρόνος υπηρεσίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος.
2. Στην αναρρωτική άδεια συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας
λόγω ασθενείας που προηγήθηκαν της άδειας.
3. Στον υπάλληλο που πάσχει από δυσίατο νόσημα, χορηγείται αναρρω-
τική άδεια, της οποίας η διάρκεια είναι διπλάσια από τη διάρκεια των αδειών
των προηγούμενων παραγράφων.
4. Τα δυσίατα νοσήματα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υ-
γείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κε-
ντρικού Συμβουλίου Υγείας.
Άρθρο 55
Χορήγηση αναρρωτικής άδειας
1. Η αναρρωτική άδεια χορηγείται ανά τρίμηνο ή σε περίπτωση δυσία-
των νοσημάτων ανά εξάμηνο, κατ` ανώτατο όριο, ύστερα από γνωμάτευση της
24

Page 25
οικείας υγειονομικής επιτροπής σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 165 και
167.
2. Βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες χορηγούνται: α) με υπεύθυνη δή-
λωση του υπαλλήλου ή γνωμάτευση θεράποντος ιατρού έως δύο (2) ημέρες κά-
θε φορά και όχι περισσότερες από τέσσερις (4) ημέρες κατ` έτος,
β) με γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού έως τρεις (3) ημέρες κάθε φορά και
όχι περισσότερες από έξι (6) κατ` έτος,
γ) με γνωμάτευση του διευθυντή κλινικής δημόσιου νοσοκομείου έως πέντε (5)
ημέρες κάθε φορά και όχι πέραν των δέκα (10) ημερών κατ` έτος. Το σύνολο
των βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών των περιπτώσεων α΄, β΄και γ΄ που χο-
ρηγούνται χωρίς γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής δεν υπερβαίνει αθροι-
στικά τις δέκα (10) ημέρες το χρόνο.
3. Σε περίπτωση βραχυχρόνιας αναρρωτικής άδειας πριν ή μετά από αρ-
γία ή ανάμεσα σε δύο (2) αργίες, ο υπάλληλος παραπέμπεται υποχρεωτικά για
εξέταση στην οικεία υγειονομική επιτροπή. Στις ίδιες περιπτώσεις δεν επιτρέ-
πεται η χορήγηση αναρρωτικής άδειας με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου.
4. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δεχτεί την επίσκεψη του ελεγκτή ια-
τρού.
5. Η αποστολή ιατρού για έλεγχο υπαλλήλου, που κάνει χρήση βραχυ-
χρόνιων αναρρωτικών αδειών κατ` επανάληψη, είναι υποχρεωτική για την υ-
πηρεσία.
Άρθρο 56
∆ιαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας
1. Ο υπάλληλος που κωλύεται να προσέλθει στην εργασία του λόγω α-
σθενείας ενημερώνει την υπηρεσία για την αδυναμία αυτή την ίδια ημέρα.
2. Η υπηρεσία χορηγεί την αναρρωτική άδεια ύστερα από αίτηση του
υπαλλήλου. Η αίτηση για αναρρωτική άδεια υποβάλλεται εντός επτά (7) ημε-
ρών από την απουσία του υπαλλήλου λόγω ασθενείας. Σε περίπτωση αδικαιο-
λόγητης καθυστέρησης που δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, γίνεται
ανάλογη περικοπή της αναρρωτικής άδειας με ευθύνη του οργάνου που είναι
αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης χορήγησης της. Η υπηρεσία σε όλως ει-
δικές περιπτώσεις μπορεί να κινεί τη διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής ά-
δειας αυτεπαγγέλτως.
3. Αναρρωτική άδεια πέραν των δέκα (10) ημερών κατ` έτος χορηγείται
ύστερα από γνωμάτευση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με εξαίρεση την
περίπτωση που η άδεια χορηγείται βάσει γνωμάτευσης του διευθυντή κλινικής
δημόσιου νοσοκομείου και εφόσον πρόκειται για νοσηλεία επτά (7) ημερών
τουλάχιστον, ή κατόπιν χειρουργικής επέμβασης.
4. Άδεια διάρκειας πέραν του ενός (1) μηνός για ψυχική νόσο δεν χορη-
γείται αν δεν έχει προηγηθεί νοσηλεία σε δημόσιο νοσοκομείο. Παράταση της ή
χορήγηση νέας άδειας, εφόσον υπερβαίνει, συνολικώς ή τμηματικώς, τον έναν
(1) μήνα μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος χορηγείται ύστερα από αναλυτική
έκθεση θεράποντος ιατρού και έκθεση εξέτασης λειτουργικότητας του ασθε-
νούς, το περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουρ-
γών Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοι-
νωνικής Αλληλεγγύης. Με την ίδια απόφαση ορίζονται τα όργανα που δικαι-
25

Page 26
ούνται να προβαίνουν σε εξέταση λειτουργικότητας του ασθενούς, καθώς και
κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
5. Το αρμόδιο για τη χορήγηση της αναρρωτικής άδειας όργανο είτε χο-
ρηγεί ολόκληρη την άδεια που προτείνει η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή
ή, εάν κρίνει τη γνωμάτευση της ως αναιτιολόγητη, παραπέμπει τον ενδιαφε-
ρόμενο για εξέταση στη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή. Ο ενδιαφερόμε-
νος μπορεί μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της γνωμά-
τευσης της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής να ζητήσει με ένσταση του
νέα εξέταση από την οικεία δευτεροβάθμια επιτροπή, όταν η πρωτοβάθμια έχει
απορρίψει εξ ολοκλήρου ή εγκρίνει λιγότερο από το ήμισυ της αναρρωτικής
άδειας. Η αναρρωτική άδεια που προτείνεται από τη δευτεροβάθμια υγειονο-
μική επιτροπή χορηγείται υποχρεωτικά.
6. ∆ικαίωμα ένστασης ενώπιον της πρωτοβάθμιας ή της ειδικής υγειονο-
μικής επιτροπής έχουν η υπηρεσία και ο υπάλληλος για την κατ` εξαίρεση χο-
ρήγηση άδειας σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού.
7. Η αίτηση υπαλλήλου για παράταση αναρρωτικής άδειας υποβάλλεται
το αργότερο μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο του χρόνου της άδειας που
του έχει χορηγηθεί.
8. Ύστερα από κάθε εξέταση, καθώς και μετά τη λήξη του ανωτάτου
χρονικού ορίου αναρρωτικής άδειας, οι υγειονομικές επιτροπές γνωμοδοτούν
εάν η νόσος είναι ιάσιμη ή όχι. Στη δεύτερη περίπτωση και αφού η γνωμάτευση
γίνει οριστική, ο υπάλληλος απολύεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 153. Οι
προϊστάμενες αρχές της οικείας υπηρεσίας μπορούν να παραπέμπουν και αυτε-
παγγέλτως υπαλλήλους στις δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές για από-
λυση τους, εάν κρίνουν ότι δεν μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντα τους λόγω
σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας και πριν χορηγηθεί αναρρωτική άδεια
ή μετά τη λήξη αναρρωτικής άδειας.
9. Κατά της γνωμοδότησης αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής για απαλ-
λαγή εκ της υπηρεσίας λόγω ασθένειας, δικαιούται ο ενδιαφερόμενος να ασκή-
σει προσφυγή σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποί-
ηση της απόφασης της υγειονομικής επιτροπής ενώπιον της επιτροπής προσφυ-
γών του άρθρου 166. Στην ίδια επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή ο υπάλ-
ληλος κατά της γνωμάτευσης της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής με την ο-
ποία κρίθηκε ικανός για ανάληψη υπηρεσίας.
10. Ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζεται για ιατρική εξέ-
ταση, εφόσον το ζητήσει η επιτροπή. Αν δεν παρουσιαστεί, δεν χορηγείται α-
ναρρωτική άδεια.
11. Ο υπάλληλος, ο οποίος βρίσκεται δικαιολογημένα εκτός της έδρας
του, υποχρεούται, αμέσως μόλις ασθενήσει, να υποβάλει αίτηση χορήγησης α-
ναρρωτικής άδειας στην πλησιέστερη υγειονομική επιτροπή. Αν η υγειονομική
επιτροπή δεν εξετάσει για οποιονδήποτε λόγο τον υπάλληλο έως ότου επανέλ-
θει στην έδρα του, υποχρεούται να διαβιβάσει την αίτηση με τα σχετικά δικαι-
ολογητικά στην υγειονομική επιτροπή της έδρας του υπαλλήλου.
12. Αν η αρμόδια υγειονομική επιτροπή κρίνει ότι για τη χορήγηση α-
ναρρωτικής άδειας είναι αναγκαία η παρακολούθηση του υπαλλήλου για ορι-
σμένο διάστημα σε νοσηλευτικό ίδρυμα, η άδεια δεν χορηγείται χωρίς την πα-
ρακολούθηση αυτή.
13. Τυχόν γνωμάτευση δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής για μη
χορήγηση εν όλω ή εν μέρει άδειας δεν επιφέρει συνέπειες σε βάρος του υπαλ-
26

Page 27
λήλου, εφόσον η άδεια αυτή έχει ήδη διανυθεί βάσει γνωμάτευσης πρωτοβάθ-
μιας επιτροπής, εκτός εάν για τη χορήγηση της διαπιστώνεται βαρεία αμέλεια ή
δόλος του υπαλλήλου.
14. Ειδικές διατάξεις για έλεγχο της κατ` οίκον ασθένειας των υπαλλή-
λων διατηρούνται σε ισχύ.
Άρθρο 57
Υγειονομική περίθαλψη - Έξοδα κηδείας
1. Οι υπάλληλοι και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν δικαίωμα σε υ-
γειονομική περίθαλψη που περιλαμβάνει νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμα-
κευτική περίθαλψη.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών
Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνι-
κής Αλληλεγγύης καθορίζονται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις, οι φορείς παροχής
της υγειονομικής περίθαλψης, τα μέλη της οικογένειας του υπαλλήλου που δι-
καιούνται περίθαλψη, καθώς και η τυχόν συμμετοχή των υπαλλήλων στις δα-
πάνες για φαρμακευτική περίθαλψη.
3. Η υπηρεσία έχει υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα κηδείας των υ-
παλλήλων, των συζύγων και των τέκνων τους, εφόσον αυτά προστατεύονται
και συντηρούνται από αυτούς. Από τα έξοδα αυτά εκπίπτεται κάθε ποσό που
καταβάλλεται βάσει των κειμένων διατάξεων για την ίδια αιτία από ασφαλι-
στικό οργανισμό ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο φορέα.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης
και Αποκέντρωσης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομίας και
Οικονομικών καθορίζονται το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εξόδων κη-
δείας, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ ΕΙ∆ΙΚΕΣ Α∆ΕΙΕΣ
Άρθρο 58
Άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης
1. Για τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα μετεκπαίδευσης
και προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, ο υπάλληλος δικαι-
ούται να ζητήσει άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης. Άδεια δεν χορηγείται αν ο
χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου που απομένει μετά το πέρας της άδειας είναι
μικρότερος του τετραπλάσιου της χρονικής διάρκειας της άδειας. Επίσης η α-
νωτέρω άδεια δεν χορηγείται αν ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει τη δοκιμα-
στική υπηρεσία.
2. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης χορηγείται από τον αρμόδιο Υ-
πουργό ή από τη διοίκηση του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου
ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρε-
σιακού συμβουλίου, το οποίο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ.
1 και συνεκτιμά τη συνάφεια της μετεκπαίδευσης ή της μεταπτυχιακής εκπαί-
δευσης με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, την υπηρεσιακή επίδοση και τις
γνώσεις του υπαλλήλου. Ειδικά, προκειμένου περί εκπαιδευτικής άδειας στο
27

Page 28
εξωτερικό, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας στην οποία
πρόκειται να μεταβεί ο υπάλληλος.
3. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά, εάν ο υπάλληλος έχει λάβει υπο-
τροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία από άλλο ίδρυμα ή
οργανισμό ημεδαπό, διεθνή ή αλλοδαπό ή αλλοδαπή κυβέρνηση για μετεκπαί-
δευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση σχετιζόμενη με το αντικείμενο της υπηρεσίας
του υπαλλήλου συνεκτιμάται για τη χορήγηση της άδειας. Η άρνηση χορήγησης
της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.
4. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβεί τη διετία. Σε
περίπτωση φοίτησης σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών
διάρκειας δύο (2) ετών ή εκπόνησης διδακτορικής διατριβής, η άδεια υπηρεσι-
ακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία (3) ή τα τέσσερα (4) χρόνια
αντίστοιχα. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου δεν μπορεί να
χορηγηθεί σε αυτόν άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης πέρα των πέντε (5) ετών.
5. Ο υπάλληλος στον οποίο χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης
λαμβάνει τις αποδοχές του. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκ-
παίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό παρέχονται αποδοχές αυ-
ξημένες κατά 20%. Αν η μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται ε-
κτός της περιοχής του δήμου που εδρεύει η υπηρεσία του υπαλλήλου, μπορεί να
ορίζεται προσαύξηση έως και 40% με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή
εκπαίδευση στο εξωτερικό παρέχονται αποδοχές αυξημένες στο διπλάσιο. Η
προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που καλύπτεται από υπο-
τροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση που τυχόν χορηγείται
στον υπάλληλο στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης
οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής.
6. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης μπορεί να ανακαλείται για εξαιρε-
τικούς λόγους που αφορούν στην υπηρεσία ή για λόγους που ανάγονται στην
επίδοση του υπαλλήλου πριν από την πάροδο του χρόνου της λήξης της με
πράξη του αρμόδιου για τη χορήγηση της οργάνου, η οποία εκδίδεται μετά από
σύμφωνη και ειδικώς αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.
7. Μετά το τέλος της άδειας εκπαίδευσης ο υπάλληλος υποχρεούται να
υπηρετήσει στο ∆ημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου για χρονικό
διάστημα ίσο με το τριπλάσιο του χρόνου της άδειας. Σε περίπτωση αθέτησης
της υποχρέωσης του αυτής ο υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει τις αποδο-
χές που έλαβε κατά το χρόνο της άδειας, ο οποίος δεν υπολογίζεται στην περί-
πτωση αυτή ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
8. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και
Αποκέντρωσης καθορίζονται οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια
της άδειας του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 59
Άδειες για επιμορφωτικούς ή επιστημονικούς λόγους
1. Άδειες μικρής χρονικής διάρκειας χορηγούνται υποχρεωτικά, μετά
από αίτησή τους, σε υπαλλήλους που μετέχουν σε διαγωνισμούς για να πάρουν
υποτροφία ή να εισαχθούν στην Εθνική Σχολή ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και στην
Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου ∆ημόσιας ∆ιοίκη-
28

Page 29
σης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.∆.∆.Α.) ή για να επιλεγούν για φοίτηση σε κύ-
κλους μεταπτυχιακών σπουδών, σε αντικείμενα που ενδιαφέρουν την υπηρεσί-
α.
2. Όμοιες άδειες μπορεί να χορηγούνται για συμμετοχή σε συνέδρια,
συνδιασκέψεις, σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρα-
κτήρα, στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, εφόσον η συμμετοχή κρίνεται συμφέ-
ρουσα για την υπηρεσία.
3. Οι άδειες των προηγούμενων παραγράφων χορηγούνται από τον οι-
κείο υπουργό ή τη διοίκηση του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,
κατά περίπτωση, μετά από γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του υπαλλήλου,
με αποδοχές για όλο το χρόνο κατά τον οποίο υπάλληλος μετέχει στο διαγωνι-
σμό ή τις λοιπές δραστηριότητες. Στο χρόνο αυτόν προστίθενται οι ημέρες που
είναι αναγκαίες για τη μετάβαση και την επιστροφή του υπαλλήλου.
Άρθρο 60
Άδειες εξετάσεων
1. Στους υπαλλήλους που είναι μαθητές, σπουδαστές ή φοιτητές, προ-
πτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί, σε σχολεία και ιδρύματα και των τριών βαθμίδων
εκπαίδευσης, χορηγείται άδεια εξετάσεων με αποδοχές.
2. Η άδεια εξετάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες
ημέρες κάθε έτος και χορηγείται συνεχώς ή τμηματικώς κατά την εξεταστική
περίοδο που ζητά ο ενδιαφερόμενος. Οι άδειες εξετάσεων χορηγούνται για το
χρόνο φοίτησης και μέχρι δύο το πολύ εξάμηνα μετά τη λήξη του, εφόσον ο
υπάλληλος εξακολουθεί να φοιτά. Για κάθε ημέρα εξετάσεων χορηγείται άδεια
δύο (2) ημερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄ ΗΘΙΚΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ
Άρθρο 61
Έπαινος - Μετάλλιο
1. Για πράξεις εξαιρετικές κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, που
δεν επιβάλλονται από τα καθήκοντα τους, καθώς και για την κοινωνική τους
δράση, μπορεί να απονέμονται στους υπαλλήλους οι ακόλουθες κατά περίπτω-
ση ηθικές αμοιβές:
α) έπαινος
β) μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων με δίπλωμα.
2. Το σχήμα, οι διαστάσεις και οι παραστάσεις που αποτυπώνονται στο
μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων και ο τύπος και το περιεχόμενο του διπλώ-
ματος, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια, καθορίζονται με προεδρικό διά-
ταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοί-
κησης και Αποκέντρωσης.
Άρθρο 62
Τρόπος απονομής ηθικών αμοιβών - ∆ημοσιοποίηση απονομής
29

Page 30
1. Ο έπαινος απονέμεται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού μετά από
σύμφωνη και ειδικά αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλί-
ου.
2. Το μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων απονέμεται με προεδρικό διά-
ταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του αρμόδιου Υπουργού, μετά από ειδικά
αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.
3. Η πράξη απονομής ηθικής αμοιβής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως και ανακοινώνεται με εγκύκλιο σε όλες τις υπηρεσίες του Υπουρ-
γείου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου στο οποίο ανήκει ο υπάλλη-
λος.
Άρθρο 63
Ευαρέσκεια
1. Στους υπαλλήλους, που αποχωρούν μετά από τριακονταετή τουλάχι-
στον ευδόκιμο παραμονή, μπορεί να απονεμηθεί η ευαρέσκεια της υπηρεσίας.
2. Η ευαρέσκεια απονέμεται με την πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης
και περιλαμβάνεται στο κείμενο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ-
νήσεως.
Άρθρο 64
Βράβευση προτάσεων ή μελετών
1. Σε υπαλλήλους, οι οποίοι με δική τους πρωτοβουλία συντάσσουν και
υποβάλλουν αξιόλογη πρωτότυπη πρόταση ή μελέτη, που αφορά είτε τα αντι-
κείμενα αρμοδιότητας της υπηρεσίας τους είτε την καλύτερη οργάνωση ή τη
βελτίωση της αποδοτικότητας της δημόσιας υπηρεσίας, παρέχονται χρηματικά
βραβεία.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών
Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οι-
κονομικών, καθορίζονται τα όργανα, η διαδικασία αξιολόγησης και βράβευσης
των προτάσεων ή μελετών, ο τρόπος αξιοποίησης τους, το ύψος των χρηματι-
κών βραβείων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
3. Το χρηματικό βραβείο παρέχεται στον δικαιούχο και μετά την απο-
χώρηση του από την υπηρεσία.
ΜΕΡΟΣ ∆΄ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Άρθρο 65
Τοποθέτηση
1. Ο υπάλληλος, μετά το διορισμό του, τοποθετείται, με απόφαση του
προϊσταμένου της οικείας αρχής και μετά γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμ-
βουλίου, σε θέση για την κατάληψη της οποίας συμμετείχε στη διαδικασία
30

Page 31
πρόσληψης. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος μπορεί να τοποθετηθεί σε περισ-
σότερες θέσεις, συνεκτιμάται για την τοποθέτηση του σε συγκεκριμένη θέση η
αίτηση προτίμησης που τυχόν έχει υποβάλει. Γνώμη του υπηρεσιακού συμβου-
λίου δεν απαιτείται, εάν από τη διαδικασία πρόσληψης προκύπτουν η θέση και
η υπηρεσιακή μονάδα, στην οποία πρόκειται να προσληφθεί ο υπάλληλος.
2. Οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων τοποθετούνται, με απόφα-
ση της οικείας αρχής και μετά γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, ανάλογα
με τα προσόντα, τις εμπειρίες και την ειδίκευση που διαθέτουν. Το υπηρεσιακό
συμβούλιο συνεκτιμά επίσης το συνολικό χρόνο υπηρεσίας, το χρόνο υπηρεσί-
ας κατά περιοχή, την οικογενειακή κατάσταση, την ηλικία, τη συνυπηρέτηση
συζύγου και την εντοπιότητα.
3. Η τοποθέτηση σε θέσεις της ίδιας αρχής γίνεται χωρίς γνώμη του υπη-
ρεσιακού συμβουλίου.
Άρθρο 66
Μετακίνηση
1. Μετακίνηση υπαλλήλου από μία οργανική μονάδα σε άλλη της ίδιας
αρχής πραγματοποιείται με απόφαση του προϊσταμένου της.
2. Μετακίνηση προϊσταμένων γίνεται σε αντίστοιχης βαθμίδας οργανική
μονάδα.
3. Για μετακίνηση σε οργανική μονάδα που εδρεύει σε περιοχή άλλου
δήμου ή κοινότητας, το οικείο όργανο υποχρεούται να μετακινήσει τον υπάλ-
ληλο που έχει εκδηλώσει επιθυμία μετακίνησης στη συγκεκριμένη οργανική μο-
νάδα, εκτός εάν αιτιολογημένοι λόγοι συμφέροντος της υπηρεσίας δεν επιτρέ-
πουν τη μετακίνηση του. Στις λοιπές περιπτώσεις το οικείο όργανο υποχρεού-
ται να λάβει υπόψη του κριτήρια όπως ο τόπος κατοικίας του υπαλλήλου, η
κατάσταση υγείας του, η οικογενειακή του κατάσταση και η συνυπηρέτηση
συζύγου.
4. Η μετακίνηση εκτός νομού ή σε νησί γίνεται με τη διαδικασία της με-
τάθεσης. Εξαιρούνται τα νησιά που έχουν οδική σύνδεση με χερσαία τμήματα
της χώρας.
Άρθρο 67
Μετάθεση
1. Μετάθεση επιτρέπεται μετά από αίτηση του υπαλλήλου ή αυτεπαγ-
γέλτως από την υπηρεσία, μόνο όταν υπάρχει κενή θέση.
2. Οι μεταθέσεις μετά από αίτηση του υπαλλήλου προηγούνται των με-
ταθέσεων χωρίς αίτηση. Οι μεταθέσεις, μετά από αίτηση, υπαλλήλων που πά-
σχουν από δυσί-ατα νοσήματα, προηγούνται των λοιπών κατηγοριών μεταθέ-
σεων μετά από αίτηση. Μετάθεση πολυτέκνων και τέκνων πολυτέκνων δεν εί-
ναι δυνατή χωρίς αίτηση τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει
και για υπαλλήλους που είναι γονείς τριών τέκνων ή για ένα τέκνο οικογένειας
με τρία παιδιά, τα οποία ένα ή περισσότερα είναι υπάλληλοι. Αν στην τελευ-
ταία περίπτωση και οι γονείς είναι υπάλληλοι, η διάταξη του προηγούμενου
εδαφίου εφαρμόζεται μόνο για τους γονείς ή μόνο για ένα τέκνο αυτών.
31

Page 32
3. Για τη διενέργεια μεταθέσεων λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια του
συνολικού χρόνου υπηρεσίας του υπαλλήλου, του χρόνου υπηρεσίας κατά πε-
ριοχή, της οικογενειακής του κατάστασης, της ηλικίας, της συνυπηρέτησης και
της εντοπιότητας, αξιολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας (μόρια). Η οικογε-
νειακή κατάσταση αξιολογείται με συντελεστή τρία (3) για τον σύζυγο, τρία
(3) για το πρώτο και πέντε (5) για κάθε επόμενο ανήλικο τέκνο ή τέκνο που
σπουδάζει σε σχολή ανώτατης εκπαίδευσης, εφόσον δεν έχει συμπληρώσει το
25ο έτος της ηλικίας του. Στους άγαμους, διαζευγμένους, χήρους και εν διαστά-
σει γονείς τέκνων από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, για τα οποία
τους έχει αποδεδειγμένα ανατεθεί η επιμέλεια, οι συντελεστές βαρύτητας προ-
σαυξάνονται κατά ένα (1) για κάθε τέκνο. Η ηλικία των ετών 40, 41-50 και 51-
60 αξιολογείται με τους συντελεστές ένα (1), δύο (2) και τρία (3), αντίστοιχα.
4. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουρ-
γού Εσωτερικών, ∆ημόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και του οικείου Υ-
πουργού, καθορίζονται συντελεστές, πλην των προσδιοριζόμενων στην προη-
γούμενη παράγραφο, ανάλογα με τις συνθήκες λειτουργίας και τις ειδικότερες
ανάγκες της υπηρεσίας, η διαδικασία με βάση πίνακες μεταθετέων, η δυνατότη-
τα εξαιρέσεων από μεταθέσεις και η δυνατότητα προσωρινής αναστολής αυ-
τών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διενέργεια των μετα-
θέσεων, κατά Υπουργείο ή αυτοτελή δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δη-
μοσίου δικαίου ή κλάδο προσωπικού αυτών. Με τα ίδια προεδρικά διατάγμα-
τα επιτρέπεται, ανάλογα με τις συνθήκες λειτουργίας και τις ειδικότερες ανά-
γκες της υπηρεσίας, η προσθήκη και άλλων, μέχρι τριών το πολύ, κριτηρίων και
ο καθορισμός των συντελεστών αυτών. Με τα ίδια διατάγματα επιτρέπεται να
μη λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της εντοπιότητας, εφόσον αυτό επιβάλλεται
από τη φύση της υπηρεσίας. Τυχόν τροποποίηση των προεδρικών διαταγμάτων
της παρούσας παραγράφου δεν θίγει τους εκάστοτε ισχύοντες πίνακες μεταθε-
τέων ούτε τη διαδικασία κατάρτισης πινάκων μεταθετέων που έχει ήδη αρχίσει.
5. Η μετάθεση των υπαλλήλων διενεργείται με απόφαση του αρμόδιου
οργάνου διοίκησης μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.
6. Με το έγγραφο, με το οποίο ανακοινώνεται στον υπάλληλο η μετάθεση του,
τάσσεται ανάλογα με την απόσταση και τα μέσα συγκοινωνίας, η αναγκαία
για τη μετάβαση στη νέα του θέση προθεσμία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να
υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα και για μεταθέσεις προς ή από το εξωτερικό τους
δύο (2) μήνες.
7. Οι υπάλληλοι δεν μετατίθενται πριν συμπληρώσουν διετία στην υπη-
ρεσία που τοποθετήθηκαν κατά το διορισμό τους.
8. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγρά-
φου 5, μετάθεση πριν από την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος
είτε σε περίπτωση αμοιβαίας αίτησης υπαλλήλων είτε για σοβαρούς υπηρεσια-
κούς ή προσωπικούς λόγους.
9. Η μετά από αίτηση του υπαλλήλου μετάθεση του σε παραμεθόρια πε-
ριοχή με σκοπό τη συνυπηρέτηση συζύγων είναι υποχρεωτική.
10. Ειδικές διατάξεις που αφορούν μεταθέσεις εξακολουθούν να ισχύ-
ουν.
Άρθρο 68
Απόσπαση
32

Page 33
1. Με απόφαση των οικείων Υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλ-
λήλων δημοσίων υπηρεσιών κάθε μορφής ή νομικών προσώπων δημοσίου δι-
καίου σε υπηρεσία άλλου Υπουργείου ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου
για την αντιμετώπιση σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών προ-
σωρινού χαρακτήρα μετά από γνώμη των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων.
2. Απόσπαση υπαλλήλων από μία αρχή σε άλλη του ίδιου υπουργείου ή
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιτρέπεται για κάλυψη υπηρεσιακών
αναγκών με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του οργάνου διοίκησης του νο-
μικού προσώπου μετά από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.
3. Απόσπαση για προσωπικούς λόγους είναι δυνατή κατ` εξαίρεση και
εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν.
4. Η διάρκεια των ανωτέρω αποσπάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα
δύο (2) έτη συνολικά. Με αίτηση του υπαλλήλου, η απόσπαση μπορεί να παρα-
τείνεται για ένα (1) ακόμη έτος.
5. Η απόσπαση παύει αυτοδικαίως όταν λήξει το χρονικό όριο της παρ.
4 του παρόντος άρθρου. Ο υπάλληλος με τη λήξη της απόσπασης επανέρχεται
υποχρεωτικά στη θέση του χωρίς άλλη διατύπωση.
6. Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου που έχει επιλεγεί ως προϊστά-
μενος οργανικής μονάδας. Σε περίπτωση που ο αποσπασμένος υπάλληλος επι-
λεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, επέρχεται αυτοδίκαιη παύση της
απόσπασης από την τοποθέτηση του ως προϊσταμένου.
7. Η απόσπαση μπορεί να παύει οποτεδήποτε πριν από τη λήξη του χρο-
νικού ορίου της παρ. 4 του παρόντος άρθρου για λόγους αναγόμενους στην
υπηρεσία.
8. Στην περίπτωση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αποσπασμένος υ-
πάλληλος που συμπλήρωσε τριετία συνεχώς ή διακεκομμένα, δεν επιτρέπεται
να αποσπασθεί πριν να παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης από-
σπασης. Για εξαιρετικούς λόγους επιτρέπεται απόσπαση ή παράταση της μέχρι
τεσσάρων (4) μηνών και πριν από την πάροδο της τριετίας.
9. Απαγορεύεται η απόσπαση του υπαλλήλου πριν παρέλθει διετία από
το διορισμό του.
10. Με την απόφαση της απόσπασης καθορίζεται η υπηρεσία η οποία
επιβαρύνεται με τη μισθοδοσία του αποσπασμένου υπαλλήλου.
11. Επιτρέπεται η απόσπαση σε γραφεία βουλευτών ή Ελλήνων βουλευ-
τών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τις ισχύουσες ειδικές διατάξεις, με
την επιφύλαξη της παρ. 9 του άρθρου αυτού.
12. Ειδικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΜΕΤΑΤΑΞΗ
Άρθρο 69
Μετάταξη από κλάδο σε κλάδο της ίδιας κατηγορίας
1. Μετάταξη υπαλλήλου σε κενή θέση άλλου κλάδου της ίδιας κατηγο-
ρίας του ίδιου Υπουργείου ή της ίδιας δημόσιας υπηρεσίας ή του ίδιου νομικού
προσώπου δημοσίου δικαίου αντίστοιχα, επιτρέπεται είτε με πρωτοβουλία της
υπηρεσίας είτε μετά από αίτηση του υπαλλήλου, ύστερα από γνώμη του υπη-
ρεσιακού συμβουλίου του κλάδου στον οποίο μετατάσσεται.
33

Page 34
2. Ο μετατασσόμενος πρέπει να κατέχει τον τίτλο σπουδών που απαιτεί-
ται για τον κλάδο στον οποίο μετατάσσεται.
3. Ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο βαθμό με τον οποίο ο υ-
πάλληλος μετατάσσεται, θεωρείται ότι έχει διανυθεί στον κλάδο στον οποίο
μετατάσσεται, εφόσον έχει δια